ΧΡΗΣΙΜΑ ΝΟΜΙΚΑ

Άρθρα

Άρθρο 1872 ΑΚ: Δικαιοπρακτικό Αντικατάλλαγμα

Ως γνωστόν, η κληρονομιαία περιουσία μεταβιβάζεται στους δικαιούχους κληρονόμους κατόπιν τήρησης των νομίμων διαδικασιών (νομιμοποίηση κληρονόμων, διαδικασία αποδοχής κληρονομιάς κλπ.).

Ωστόσο, συχνά υπάρχουν αμφισβητήσεις μεταξύ πλειόνων του ενός προσώπων ως προς την νομιμοποίηση του αληθινού κληρονόμου, που οδηγούν σε δικαστικές διενέξεις με μεγάλη χρονική διάρκεια.

Στο χρονικό αυτό διάστημα μέχρι την τελεσιδικία ως προς την δικαστική αναγνώριση του πραγματικού κληρονόμου, εάν δεν οριστεί κάποιο πρόσωπο ως μεσεγγυούχος της περιουσίας (ειδικά σε περιπτώσεις ακινήτων), δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στην πράξη, που νέμεται την κληρονομιαία περιουσία πρόσωπο, διαφορετικό από τον τελικό πραγματικό κληρονόμο. Το πρόσωπο αυτό ονομάζεται, νομέας κληρονομιάς.

Ο νομέας κληρονομιάς συχνά εκμεταλλεύεται την περιουσία της κληρονομιάς (κινητή ή ακίνητη) για δική του ωφέλεια, απολαμβάνοντας τους καρπούς της. Έτσι δεν είναι σπάνια περίπτωση, για έναν νομέα κληρονομιάς (ιδίως σε περίπτωση ακινήτου) να κατοικεί ο ίδιος μέσα ή να το μισθώνει, λαμβάνοντας τα αντίστοιχα ενοίκια ή ακόμα και να το πουλήσει, επωφελούμενος του τιμήματος της αγοραπωλησίας.

Εύλογα ανακύπτει το ερώτημα, τι γίνεται στην τελευταία αυτή περίπτωση που κατά την χρονική στιγμή απόδοσης της κληρονομιαίας περιουσίας στον πραγματικό κληρονόμο, (ειδικά στην περίπτωση του πρόκειται για ακίνητο), η περιουσία αυτή δεν υπάρχει πλέον, διότι έχει μεταβιβαστεί λόγω πώλησης σε τρίτο πρόσωπο; Τι δικαιώματα έχει ο πραγματικός κληρονόμος, έναντι του μέχρι τότε, νομέα της κληρονομιάς και πώς υποχρεούται να ενεργήσει ο (τέως) νομέας της κληρονομιάς;

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1871, 1872 και 1873 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι ο πραγματικός κληρονόμος έχει δικαίωμα να ασκήσει την περί κλήρου αγωγή, με αίτημα καταρχήν την αυτούσια απόδοση των αντικειμένων της κληρονομιαίας περιουσίας, όπως αυτά προσδιορίζονται στις δύο πρώτες από τις διατάξεις αυτές, εκείνα δηλαδή που ήταν κληρονομιαία από την αρχή ή το αντικατάλλαγμα αυτών και ο εναγόμενος με την περί κλήρου αγωγή υποχρεούται να τα αποδώσει αυτούσια (ή το αντικατάλλαγμα αυτών).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1872 αρ. 2 ΑΚ, αντικείμενα της κληρονομιάς είναι και καθετί που ο νομέας της κληρονομιάς αποκτά με δικαιοπραξία, χρησιμοποιώντας κληρονομιαία μέσα. Ως κληρονομιαία μέσα νοούνται τα κατ’ εξοχήν αντικείμενα της κληρονομιάς, η χρήση των οποίων οδηγεί έστω και εμμέσως στην κτήση του αντικαταλλάγματος. Ο ΑΚ όρισε ότι στη θέση του κληρονομιαίου, υποκαθίσταται ό,τι απέκτησε ο νομέας της κληρονομιάς ύστερα από δικαιοπραξία με τρίτο. Το αντικείμενο που αποκτήθηκε, εμβαίνει στη θέση αυτού που εκποιήθηκε και θεωρείται ως αντικείμενο της κληρονομιάς. Το δε υποκατάστατο – δικαιοπρακτικό αντικατάλλαγμα, που αποκτήθηκε με κληρονομιαία μέσα, μπορεί να είναι ορισμένο πράγμα, χρήματα που αποκτήθηκαν από την πώληση κληρονομιαίου ή απαιτήσεις (βλέπε κατ’ άρθρο Ερμηνεία Αστικού Κώδικα Απ. Γεωργιάδη, Μ. Σταθόπουλου άρθρο 1872 ΑΚ.).

Έτσι, με βάση τη διάταξη αυτή, αν ενσώματα αντικείμενα, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου εκποιήθηκαν από το νομέα της κληρονομίας, στη θέση αυτών υποκαθίσταται το αντικατάλλαγμα (surrogatum, βλ. και Κληρονομικό Δίκαιο Μπαλή εκδ. Δ΄& 209 αρ. 4 σελ. 332), δηλ. π.χ. το τίµηµα από την πώληση του κληρονοµιαίου ακινήτου (βλ. ενδεικτ. 6636/1990 ΕφΑθ, ΑΠ 1590/2007 Α΄ Δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 248/2003 ΕλλΔνη 2004, σελ. 465), ή το πράγμα που αγοράστηκε με χρήματα της κληρονομιάς ή απαίτηση που γεννήθηκε από την πώληση κληρονομιαίου, με πίστωση.

Κατά την κρατούσα στην ελληνική νομολογία και θεωρία άποψη δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης το νόμιμο αντικατάλλαγμα, οι αξιώσεις δηλαδή αποζημίωσης για βλάβη, καταστροφή κλπ. στοιχείου της κληρονομίας, οι οποίες ασκούνται από τον κληρονόμο απευθείας κατά του τρίτου ζημιώσαντα, χωρίς την ανάμειξη του νομέα της κληρονομίας. Κατά την πλειοψηφούσα αυτή άποψη ο κληρονόμος απολαύει ενοχικής μόνο προστασίας ως προς το αντικατάλλαγμα, οπότε τα υποκατάστατα των στοιχείων της κληρονομίας περιέρχονται κατά κυριότητα στον νομέα, ο δε πραγματικός κληρονόμος μπορεί με αγωγή να αξιώσει μόνο την απόδοσή τους.

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, ο πραγματικός κληρονόμος, πλην της αγωγής περί κλήρου που δικαιούται καταρχήν να ασκήσει έναντι του νομέα κληρονομιάς, διατηρεί (σε περίπτωση που το αντικείμενο της κληρονομιάς εκποιήθηκε) ενοχική αξίωση έναντι αυτού, με αντικείμενο την απόδοση του αντικαταλλάγματος, το οποίο αυτός απέκτησε διακαιοπρακτικώς με τα κληρονομιαία μέσα. Σε περίπτωση δε που ο νομέας της κληρονομίας αδυνατεί να αποδώσει τόσο το αρχικό κληρονομηθέν όσο και το αντικατάλλαγμα, ο κληρονόμος προστατεύεται με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 865/2006, Α΄ Δημοσίευση Νόμος, ΕφΘεσ 6/1990, ΕλλΔνη 1990, 1301).

Πηγή: https://www.lawspot.gr/

Διαδικάσια συναινετικού διαζυγίου

Το συναινετικό διαζύγιο είναι ο πιο εύκολος και γρήγορος τρόπος λύσης ενός γάμου. Ωσαύτως, αποφεύγονται οι πολυδάπανες και χρονοβόρες δίκες, οι ψυχοφθόρες καταστάσεις που επιφέρουν τα συνεχή δικαστήρια και η οικονομική και ψυχική ταλαιπωρία των συζύγων. Πολύ περισσότερο σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν τέκνα, οι σύζυγοι – γονείς προτείνουμε να προτιμούν τη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, ώστε να μένουν μακριά από αντιδικίες και διαπληκτισμούς που έχουν άμεση ή έμμεση επίδραση και στη σχέση τους με τα παιδιά.

Για την έκδοση του συναινετικού διαζυγίου απαιτείται:

  1. Η σύναψη από τους συζύγους ιδιωτικού συμφωνητικού λύσης της έγγαμης σχέσης και εφόσον υπάρχουν παιδιά η σύναψη ενός συμφωνητικού σχετικά με τη ρύθμιση των θεμάτων επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής των παιδιών (που ισχύει για όσο χρόνο συμφωνηθεί από τα δύο μέρη συνήθως για 2 με τρία χρόνια).
  2. Η επικύρωση του γνησίου της υπογραφής των συζύγων από το πλησιέστερο ΚΕΠ.
  3. Η παρέλευση 10 ημερών από την επικύρωση των υπογραφών.
  4. Η υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξης της λύσης του γάμου, ενώπιον Συμβολαιογράφου, με παράσταση δύο δικηγόρων ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ, έναν για τον κάθε σύζυγο.
  5. Υποβολή αίτησης προς την αρμόδια Μητρόπολη, για πνευματική λύση του γάμου (σε περίπτωση θρησκευτικού γάμου) με κατάθεση αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξης λύσης γάμου.
  6. Κατάθεση στο αρμόδιο ληξιαρχείο της συμβολαιογραφικής πράξης λύσης γάμου (εντός 10 ημερών, με απειλή προστίμου).
  7. Συστήνουμε (προαιρετικά), να κατατίθεται η συμβολαιογραφική πράξη λύσης του γάμου και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. προς αποφυγή άσκοπων ταλαιπωριών στο μέλλον.

Όλες οι παραπάνω διαδικασίες μπορούν να γίνουν χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία του κάθε συζύγου, εφόσον αυτός ή αυτή, έχουν υπογράψει ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς τους δικηγόρους (ή προς έναν από αυτούς) το οποίο ισχύει για 1 μήνα. 

Απαιτούμενα Δικαιολογητικά

  1. Αντίγραφο ταυτότητας εκάστου των συζύγων
  2. Επικυρωμένο αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης γάμου
  3. Επικυρωμένο αντίγραφο πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης.
  4. Στοιχεία ΑΜΚΑ των συζύγων (εφόσον δεν αναφέρονται στην ληξιαρχική πράξη γάμου)
  5. Στοιχεία ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ.
Δικαιολογητικά για γονική παροχή σε συμβολαιογράφο

Για τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας λόγω γονικής παροχής, απαιτείται η ύπαρξη των παρακάτω εγγράφων – στοιχείων, προκειμένου η Συμβολαιογράφος να προχωρήσει στη σύνταξη του συμβολαίου.

  1. Πλήρη στοιχεία συμβαλλομένων (ΑΦΜ, Δ.Ο.Υ, κατοικία, επάγγελμα).
  2. Βεβαίωση μηχανικού – ηλεκτρονική ταυτότητα κτιρίου (για μετά από 30-09-2021).
  3. Τίτλος κτήσης (συμβόλαιο) και πιστοποιητικό μεταγραφής του.
  4. Απόσπασμα κτηματολογικού Διαγράμματος από το οικείο Κτηματολογικό Γραφείο.
  5. Αντίγραφο κτηματολογικής μερίδας από το οικείο Υποθηκοφυλακείο.
  6. Βεβαίωση Τ.Α.Π. (Τέλος Ακίνητης Περιουσίας) από τον οικείο Δήμο. Για την έκδοσή της, απαιτείται ένας πρόσφατος λογαριασμός Δ.Ε.Η., φωτοαντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας και βεβαίωση του μηχανικού περί τακτοποίησης ή όχι).
  7. Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας.
  8. Αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας.
  9. Πιστοποιητικά ΕΝΦΙΑ ετών 2016 έως και 2020 (βάσει του Ε9 του παρέχοντος)
  10. Άδεια οικοδομής (εφόσον η οικοδομή είναι μετά το 1983). Αν ο τίτλος κτήσης είναι από χαριστική αιτία (π.χ. δωρεά) ή από κληρονομιά, απαιτείται επιπλέον και πιστοποιητικό του Ν. 2961/2001 ότι έχει πληρωθεί ο φόρος κληρονομιάς (εφόσον ο θάνατος είναι μετά την 31-12-2003). Αν ο θάνατος ή η δωρεά είναι πριν την 31-12-2003 τότε απαιτείται ληξιαρχική πράξη θανάτου και τίτλος με πιστοποιητικό μεταγραφής του.

Από τα ανωτέρω έγγραφα, η Συμβολαιογράφος μπορεί να εκδώσει η ίδια, την ασφαλιστική και τη φορολογική ενημερότητα, εφόσον φυσικά δεν υπάρχουν χρέη.

Το καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου)

Η διάταξη του άρθρου 1939 ΑΚ προβλέπει την περίπτωση καταπιστεύματος του υπολοίπου (καταπίστευμα περιλιμπανομένου).

Μεταξύ των προϋποθέσεων για την ύπαρξη αυτής της μορφής καταπιστεύματος είναι: α) η εγκατάσταση του καταπιστευματοδόχου σε ό, τι βρεθεί στην κληρονομία κατά το χρόνο της επαγωγής σ’ αυτόν και β) η παροχή ελεύθερης διαχείρισης στον κληρονόμο. Συνέπεια της ανωτέρω ελευθερίας του βεβαρημένου είναι το δικαίωμα διάθεσης, χωρίς διάκριση ως προς την αιτία, των κληρονομιαίων αντικειμένων, ακόμη και με χαριστικές πράξεις. Ωστόσο, στις πράξεις που αντιστοιχούν στο δικαίωμα διάθεσης του βεβαρημένου, δεν συμπεριλαμβάνεται η διάταξη τελευταίας βούλησης, διότι ο νόμος εννοεί τη διάθεση ως πράξη διαχείρισης. (βλ. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, 1939, σελ. 2417,  Παπαχρήστου, Κληρονομικό Δίκαιο 1983, σελ. 442 και Μπαλής, Κληρονομικό Δίκαιο,  1961 παρ. 291 σελ 493, ΑΠ 595/1952, ΘΞΔ 61, ΕΛ 45/57 ΝοΒ 5.184, ΕΑ 3096/1951 Αρχ. Ν.Γ. 191, Εφ. Αθ. 3274/1985, ΑΠ 1747/1990, Δ/ΝΗ/1992 (540), Εφ. Αθ. 2210/2004 κ.ά.).

Από τα προρρηθέντα, προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι:

Ο διαθέτης μπορεί με διάταξη τελευταίας βουλήσεως να δεσμεύσει τον βεβαρημένο κληρονόμο για να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο), χωρίς όμως η μορφή αυτή της κληρονομικής διαθέσεως να χάνει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1939 ΑΚ, τον χαρακτήρα της αυτό, οσάκις ο διαθέτης επιτρέπει ελεύθερη διαχείριση στον κληρονόμο ή ο καταπιστευματοδόχος εγκαθίσταται σε ό, τι βρεθεί στην κληρονομιά κατά το χρόνο της επαγωγής της σε αυτόν (καταπίστευμα του περιλιμπανομένου). (βλ. ΑΠ 681/1996, Δ/νη 1998/1585, ΕΕΝ/1998, 45)». Άλλωστε, όπως έχει κριθεί και από την νομολογία: «Ο βεβαρημένος είναι αληθινός και τέλειος κληρονόμος, αλλά και ο καταπιστευματοδόχος είναι καθολικός διάδοχος απευθείας του ίδιου διαθέτη, αλλά υπό αναβλητική αίρεση (Γεωρ. Μπαλή  Κληρονομικό Δίκαιο παρ. 284, 285, 291)»(βλ. Εφ.Αθ. 3142/2003, Δ/νη 2004, 1485).

Έστω λοιπόν, ότι υπάρχει ο διαθέτης «Δ», ο βεβαρημένος κληρονόμος «Α» και το πρόσωπο υπέρ του οποίου συστήνεται καταπίστευμα του περιλιμπανομένου «Β». Σε περίπτωση που ο Δ αφενός μεν, εγκατέστησε γενικό βεβαρημένο κληρονόμο του τον Α, αφετέρου δε, συνέστησε με τη διαθήκη του «καταπίστευμα του περιλιμπανομένου» (ΑΚ 1939) υπέρ του Β, ο βεβαρημένος κληρονόμος Α έχει μεν δικαίωμα να διαθέσει την κληρονομιαία περιουσία του με οιονδήποτε τρόπο ακόμη και με χαριστικές πράξεις (π.χ. πράξεις εκποίησης ή δωρεάς κλπ.), αποκλειόμενης όμως της δυνατότητας διάθεσης της κληρονομιαίας περιουσίας του διαθέτη μέσω δικαιοπραξίας τελευταίας βούλησης (δηλ. δεν μπορεί να διαθέσει την κληρονομιαία περιουσία, με διαθήκη) (βλ. ΑΠ 1451/1998, ΕλλΔνη 1999, 799, ΑΠ 1747/1990, ΕλλΔνη 1992, 540, ΕφΑθ 2210/2004, ΕλλΔνη 2006, 265)».

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σε περίπτωση ύπαρξης διαθήκης του βεβαρημένου κληρονόμου με την οποία επιθυμεί να διαθέσει την κληρονομιαία περιουσία, σε άλλο (δικής του επιλογής) πρόσωπο, αυτή είναι άκυρη απέναντι στον καταπιστευματοδόχο και δεν παράγει καμία απολύτως έννομη συνέπεια ως προς την επαγωγή κληρονομικών δικαιωμάτων, τα οποία καταλείπονται από το χρόνο θανάτου του βεβαρημένου κληρονόμου, de jure (αναγκαστικά), μόνο στο πρόσωπο υπέρ του οποίου συστήθηκε «το καταπίστευμα του περιλιμπανομένου».

Με μια σειρά αποφάσεων (ΠΠρΠειραιώς 982/2008, ΕφΠειραιώς, ΑΠ 1158/2013, 1159/2013 και την τελευταία 2012/2017) (στις οποίες παραστάθηκε η εδώ συντάκτρια και εκπροσώπησε επιτυχώς το εναγόμενο σωματείο υπέρ του οποίου συστήθηκε καταπίστευμα του περιλιμπανομένου) κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι: «…ο βεβαρυμένος με καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου), ακόμη και όταν ο διαθέτης επιτρέπει ρητώς με τη διαθήκη του την ελεύθερη και απεριόριστη διαχείριση της κληρονομιάς στον βεβαρυμένο, ο τελευταίος δεν δικαιούται να διαθέσει τα κληρονομιαία αντικείμενα με διάταξη τελευταίας βούλησης…».

Δείτε τη σχετική απόφαση 2012/2017 του Αρείου Πάγου.

Πηγή: https://www.lawspot.gr/

Θετικό πρόσημο στην απόπειρα του νομοθέτη να εναρμονιστεί – έστω και αργοπορημένα – με την ελληνική πραγματικότητα

Στη χώρα μας μετά από ένα διαζύγιο, είναι σύνηθες φαινόμενο να δυσκολεύονται οι γονείς να διαχειριστούν «την αναγκαία συνύπαρξή τους» ως προς το παιδί ή τα παιδιά που έχουν αποκτήσει μαζί. Συχνά, δεν αντιλαμβάνονται ότι ο χωρισμός τους επέρχεται αποκλειστικά και μόνο ως προς την έγγαμη σχέση τους, δηλαδή την μεταξύ τους συναισθηματική σχέση ως ζευγάρι και ουδέποτε ως προς την ιδιότητά τους έναντι του παιδιού.

Η ιδιότητα αυτή, η γονεϊκή, εξακολουθεί να υφίσταται είτε τους αρέσει και τους ευχαριστεί, είτε όχι. Και ναι υφίσταται και στους δύο. Η εκ του νόμου γονική μέριμνα (όπως συνηθίζεται να λέγεται), λήγει όταν το παιδί συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών και ενίοτε δεν αποκλείεται λόγω σπουδών, να παρατείνεται.

Στην ελληνική νομολογιακή πραγματικότητα, το 90% περίπου των περιπτώσεων που οδηγούνται στις δικαστικές αίθουσες και έχουν ως αντικείμενο την ανάθεση επιμέλειας των παιδιών, καταλήγει υπέρ της καταλληλότητας της μητέρας. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πατέρας εντάσσεται σε δύο (διαζευκτικά) κατηγορίες: 

α) είτε πρόκειται για τον αδιάφορο πατέρα, που εγκαταλείπει την πρώην σύζυγό του και μαζί με αυτήν απομακρύνεται και από τα παιδιά του, παύει να επικοινωνεί μαζί τους ή όταν επικοινωνεί ενεργεί τυπικά και άνευ ουσίας. Στις περιπτώσεις αυτές, ορθά θα έλεγε κανείς καταρχήν, ότι η επιμέλεια ανατίθεται στην μητέρα.

β) είτε πρόκειται για τον πατέρα ο οποίος επιθυμεί διακαώς να βρίσκεται δίπλα στο παιδί του, να επικοινωνεί και να περνά ουσιαστικό χρόνο μαζί του, να διασκεδάζει και να συμμετέχει ενεργά στην διαπαιδαγώγησή του, αλλά βρίσκει εμπόδιο από την μητέρα (ή το συγγενικό της περιβάλλον). Στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για έναν πατέρα που έχει πέσει θύμα των διαφόρων «τεχνασμάτων» της μητέρας, η οποία υποκινούμενη από προσωπικούς εγωισμούς και εξακολουθητική εκδικητικότητα λόγω της διάσπασης της έγγαμης σχέσης, επιδίδεται συχνά:

– σε μείωση επικοινωνίας του πατέρα με το παιδί, προφασιζόμενη αληθοφανείς δικαιολογίες (ασθένεια παιδιού, σχολική μελέτη και εξωσχολικές δραστηριότητες κλπ.), 

– λήψη σοβαρών αποφάσεων για το παιδί, δίχως προηγούμενη ενημέρωση ή συζήτηση με τον πατέρα,

– απροειδοποίητη αλλαγή τόπου διαμονής της με το παιδί και

–  συνεχή προσπάθεια απομάκρυνσης – αποξένωσης του παιδιού από τον πατέρα (με ψέματα, δολοπλοκίες κλπ.).

Με μια πρώτη ματιά, αυτούς τους τελευταίους πατεράδες  φαίνεται να θέλει να προστατέψει καταρχήν ο νομοθέτης με τις διατάξεις του νέου υπό διαβούλευση νομοσχεδίου. Ήτοι, τους πατεράδες που έχουν πέσει «θύμα», όχι μόνο της εναντίωσης των μανάδων ως προς την επικοινωνίας τους με τα παιδιά, αλλά και των (θα τολμήσω να πω..) αναχρονιστικών νομοθετικών διατάξεων και της επί σειρά ετών συντηρητικής – μεροληπτικής νομολογίας, που ευνοεί κατά κανόνα την μητέρα στο ζήτημα της επιμέλειας, δίχως να ερευνά πάντοτε διεξοδικά και ενδελεχώς την κάθε περίπτωση, δίχως δηλαδή να αντιμετωπίζει τους δύο γονείς εξαρχής, επί «ίσοις όροις», για να κρίνει ποιος γονέας είναι κατάλληλος ή τι πρέπει να κάνουν οι δύο γονείς εφόσον είναι και οι δύο κατάλληλοι για την επιμέλεια των παιδιών τους. Υπό αυτήν την έννοια, πράγματι, το νέο νομοσχέδιο τείνει να αποτελέσει καινοτομία για τα ελληνικά δρώμενα και την ελληνική κοινωνία.

Μήπως όμως το νομοσχέδιο τελικά προστατεύει και τις μητέρες; Τις μάνες αυτές που για οιονδήποτε λόγο κατέληξαν να «μεγαλώνουν» μόνες, ένα ή περισσότερα παιδιά; Τις μητέρες που εργάζονται, στερούνται, δεν έχουν χρόνο, δεν έχουν συνήθως βοήθεια και καλούνται να αντιμετωπίσουν όλες τις δυσκολίες της ανατροφής των παιδιών, μόνες τους; Μήπως με τις διατάξεις του νέου νομοσχεδίου θα επιμηκυνθεί ο ελεύθερος προσωπικός χρόνος των χωρισμένων μανάδων, αφού τα παιδιά θα περνούν περισσότερο χρόνο με τον μπαμπά τους; Μήπως η –όπως φαίνεται- επιβαλλόμενη από κοινού συμφωνία των δύο γονέων σε σοβαρές αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, τις αποσυμφορήσει και τις ανακουφίσει από τον όγκο των πολλαπλών ζητημάτων που καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν;

Μήπως η απαγόρευση της απροειδοποίητης αλλαγής του τόπου διαμονής του παιδιού, θα μεταφέρει στην μητέρα το αίσθημα της σταθερότητας και της ασφάλειας, ότι ο άλλος γονέας είναι κοντά, ό,τι και να συμβεί; Μήπως ο νόμος θέλει να υπενθυμίσει σε αμφότερους τους γονείς την αρχική σκέψη της συντάκτριας, ότι ο χωρισμός, επέρχεται στην έγγαμη σχέση μεταξύ τους και όχι στον ρόλο τους ως γονείς απέναντι στο παιδί τους;

Φρονώ ότι θα ήταν λάθος αντιμετώπιση να στοχεύσει (και) ο νέος νόμος (όπως οι παλαιότεροι) στην εκ προοιμίου ευνοϊκή μεταχείριση του ενός ή του άλλου γονέα. Ναι η μητέρα είναι αναντικατάστατη για τα παιδιά. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Συγχρόνως, είναι παγκοίνως αποδεκτό ότι η πατρική φιγούρα όχι ως «τουριστική εναλλαγή», αλλά ως ουσιώδες κομμάτι στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού, επιφέρει σ’ αυτό, ψυχική ισορροπία και συναισθηματική ωριμότητα. Όμως, οι νομοθετικές διατάξεις δεν θα πρέπει να κινούνται με βάση το συμφέρον του ενός ή του άλλου γονέα. Αντιθέτως, αποκλειστικός γνώμονας και ανυπέρβλητος στόχος του νέου νομοσχεδίου, δέον όπως παραμείνει το συμφέρον του τέκνου, η σταθερότητα της ζωής του, η διασφάλιση της καλής ψυχολογίας του και η ορθή διαχείριση των συγκρούσεων – διαφωνιών των δύο γονέων (ειδικά ενώπιον του). Αυτό κρίνεται πάντα, in concreto.

Με αυτό το αξίωμα, εύχομαι να πορευθούν όλοι οι άνθρωποι του νομικού κόσμου, είτε νομοθετούν, είτε εφαρμόζουν το νόμο (δικαστές), είτε επικουρούν στην εφαρμογή του, ως συλλειτουργοί της δικαιοσύνης.

Σοφία Θ. Σταυροπούλου
Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

Πηγή: https://www.dikastikoreportaz.gr/

«Μαχόμενη Μητέρα – Δικηγόρος, Μαχόμενη Δικηγόρος – Μητέρα»

Η Leila Robinson υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή ως μέλος στον Δικηγορικό Σύλλογο της Μασαχουσέτης το 1882. Ήδη από τότε είχε θέσει το ερώτημα: «είναι εφικτό για μια γυναίκα να εκπληρώσει με επιτυχία τα καθήκοντα της μητέρας και της δικηγόρου ταυτόχρονα;». Στην αναχρονιστική Ελλάδα των αρχών του 19ου αιώνα και για πολλά χρόνια αργότερα, δεν υπήρχε τέτοιο ερώτημα, αλλά μία και μοναδική κρατούσα αντίληψη: «Αι γυναίκες είνε προωρισμέναι, κατ’ εκλογήν των και προ παντός καθ’ ικανότητα, ή να γίνουν μητέρες ή να μείνουν γυναίκες. Ή σπίτι ή «Καπρίς». Μέσος όρος δεν υπάρχει, όπως μεταξύ άρρενος και θήλεος δεν υπάρχει τρίτον φύλον» (Νιρβάνας, Παύλος , «Η δικηγορίνα», Εστία, 1/3/1926) (Πηγή: Protagon.gr.).

Ωστόσο, η απόφαση για μία γυναίκα να σπουδάσει την νομική επιστήμη και εν συνεχεία να εργαστεί ως μαχόμενη δικηγόρος ουδέποτε υπήρξε μία τυχαία και επιπόλαιη επιλογή. Μάλιστα, η επιλογή αυτή δεν αναιρεί συχνά και την απόφαση δημιουργίας οικογένειας και απόκτησης τέκνων. Οι δύο αυτές αποφάσεις όταν συμπίπτουν χρονικά, τίθενται αυτόματα σε έναν «μηχανικό ζυγό» και επαναφέρουν το ερώτημα: μπορεί στο ζυγό αυτό να υπάρξει ισορροπία; μπορούν να συμβαδίσουν η επαγγελματική και η οικογενειακή εξέλιξη και αν ναι με ποιο τίμημα;

Έτσι, στη μία πλάστιγγα του ζυγού τίθεται η μαχόμενη δικηγορία. Απαιτεί πολύωρη ενασχόληση με τις υποθέσεις, καθημερινό τρέξιμο σε δικαστήρια, κλπ., αδιάκοπη εγρήγορση για προθεσμίες και ανελαστικές ημερομηνίες, απόλυτη συγκέντρωση για σύνταξη σωστών δικογράφων και λοιπών εγγράφων και συνεχή ανταπόκριση σε επικοινωνία με οιοδήποτε πρόσφορο μέσο. Στην άλλη πλάστιγγα του ζυγού, τίθεται η μαχόμενη μητρότητα. Απαιτεί πολύωρη ενασχόληση με τα παιδιά, καθημερινό τρέξιμο σε σχολεία, δραστηριότητες κλπ., αδιάκοπη εγρήγορση για τυχόν αναφυόμενα προβλήματα εντός ή εκτός σχολικού περιβάλλοντος, απόλυτη συγκέντρωση και κατανόηση αυτών και συνεχή ανταπόκριση στις ψυχοπαιδαγωγικές τους ανάγκες. Αναμφισβήτητη ομοιότητα των δύο ρόλων της μητέρας– δικηγόρου, αποτελεί η ανάγκη αφοσίωσης σε κάθε ιδιότητα.

Δυστυχώς, αναπόφευκτο τίμημα όλων αυτών αποτελεί συχνά, ο κλονισμός της υγείας μας. Η παγίδα ότι λόγω της γυναικείας φύσης, δυνάμεθα να διαχειριστούμε τα πάντα, συχνά επιφέρει καταπόνηση του οργανισμού και ασθένειες σωματικές ή ψυχικές. Η ελληνίδα μητέρα – δικηγόρος δεν διαθέτει ούτε μαγικά χαρίσματα, ούτε την ιδιότητα του «σούπερ ήρωα», όπως πολλούς βολεύει να της προσδίδουν.

Επιπρόσθετα, η ανωτέρω ταυτόχρονη συνύπαρξη των δύο ρόλων μας, γεννά πλείστα ερωτήματα, ως προς τις αναφυόμενες δυσχέρειες:

  • Πώς θα πάει στο δικαστήριο η μητέρα δικηγόρος που το παιδί της ξυπνάει το πρωί άρρωστο;
  • Πώς θα διεκπεραιώσει τις υποθέσεις της η μητέρα δικηγόρος κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης (όταν υπάρχουν αποδεδειγμένα σοβαρά προβλήματα στην κύηση) ή κατά τη περίοδο της λοχείας;
  • Πώς θα εργαστεί η μητέρα δικηγόρος στο χρονικό διάστημα των κλειστών σχολείων, είτε λόγω αργιών, είτε λόγω απεργιών, είτε λόγω διακοπών, είτε λόγω ανωτέρας βίας (π.χ. πρόσφατα, λόγω covid);
  • Πώς θα αντιμετωπίσει η μητέρα δικηγόρος τις σεξιστικές διακρίσεις που γεννιούνται σε εργοδότες ή συναδέλφους εξαιτίας της μητρότητας;
  • Πώς θα καταφέρει η μητέρα δικηγόρος να είναι παρούσα τόσο στις επαγγελματικές, όσο και στις οικογενειακές της υποχρεώσεις, δεδομένου ότι αμφότερες δεν έχουν ωράριο;

Η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα έχει μεν εξελιχθεί θετικά για την μαχόμενη μητέρα -δικηγόρο, σε σχέση με τις αρχές του 19ου αιώνα. Ωστόσο, δεν παύει να σκοντάφτει στην έλλειψη αυτονόητων πρωτοβουλιών της πολιτείας και όλων των αρμόδιων φορέων. Ο «εξοντωτικός συνδυασμός» των δύο ιδιοτήτων (μητέρα – δικηγόρος), χρήζει άμεσα νομοθετικής πρωτοβουλίας εμπεριέχουσα οικονομικά προνόμια, πρακτικές διευκολύνσεις και εναλλακτικές δυνατότητες άσκησης του επαγγέλματος, ώστε να πάψει να βιώνεται από εμάς, ως ασυμβίβαστος.

Η παράταξη «ΑΜΙΣΘΟΙ ΜΑΧΟΜΕΝΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ» με την οποία συμπορεύομαι ως υποψήφια Σύμβουλος στις επερχόμενες εκλογές του ΔΣΑ (Νοέμβριος 2021) προτείνει ενδεικτικά μεταξύ άλλων:

«10) ΜΕΡΙΜΝΑ ΓΙΑ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΕΣ ΕΓΚΥΟΥΣ ΚΑΙ ΜΗΤΕΡΕΣ ΒΡΕΦΩΝ :

Δικαστηριακή υποστήριξη των αυτοαπασχολούμενων εγκυμονουσών συναδέλφων, με αυτονόητη πρόταξη των υποθέσεων για τις οποίες παρίστανται, ανάληψη υποχρέωσης από συναδέλφους για υποβολή αιτημάτων αναβολής σε περιπτώσεις  επισφαλούς εγκυμοσύνης καθώς και  προώθηση δημιουργίας χώρου εντός των δικαστηρίων όπου θα μπορούν οι θηλάζουσες συνάδελφοι να θηλάζουν τα μωρά τους ή να αντλούν το γάλα».

Όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό, φρονώ ότι η προνομιούχα «σε συγκεκριμένες καταστάσεις» μεταχείριση ημών των μητέρων – δικηγόρων έναντι των λοιπών συναδέλφων, αποτελεί μοναδικό τρόπο επαγγελματικής εξίσωσής μας, ενώ συγχρόνως διασφαλίζει την προστασία της μητρότητας και προστατεύει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, μιας ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς μας.

Πηγή: https://www.dikastikoreportaz.gr/

Αποφάσεις

Απόφαση Α3257 / 2014 | Επιτυχή ακύρωση της απόφασης Διευθυντή ΙΚΑ ως προς την διακοπή χορήγησης επιδόματος αναπηρίας

Αναγνώριση της υποχρέωσης του Ταμείου να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 18.000 περίπου ευρώ.

Η υπόθεση αυτή ξεκίνησε με αγωγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών το 2014, και η πρωτόδικη οριστική απόφαση εκδόθηκε (κατόπιν δύο προδικαστικών αποφάσεων και κατόπιν αναβολών), πριν λίγες ημέρες.

Αποτελεί τεράστια επιτυχία ως προς την θετική έκβαση της εν λόγω υπόθεσης. Περαιτέρω, εφόσον δεν ασκηθούν ένδικα μέσα από το Ταμείο αποτελεί μεγάλη επιτυχία πρατικής σημασίας αφού η εντολέας μου θα λάβει το ποσό των 18.000 ευρώ περίπου.

Δείτε όλη την απόφαση

Απόφαση 855 / 2021 |Παράνομη διάνοιξη αυθαίρετου και μη νόμιμα διαμορφωμένου δρόμου από ιδιώτες

Η υπ’ αρ. 855/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου εκδόθηκε κατόπιν ενός 12χρονου δικαστικού αγώνα που ξεκίνησε με την άσκηση αγωγής το 2009. Αφορά την παράνομη διάνοιξη αυθαίρετου και μη νόμιμα διαμορφωμένου δρόμου από ιδιώτες, με την ανοχή του Δήμου, που τέμνει αγροτεμάχιο σε 2 τμήματα, καθιστώντας αυτό μη εκμεταλλεύσιμο και προξενώντας προφανή οικονομική ζημία στους ιδιοκτήτες – ενάγοντες (εντολείς μου).

Τα σημαντικότερα νομικά ζητήματα που ερευνήθηκαν και κρίθηκαν προς το συμφέρον των πελατών μου ήταν:

  1. ηαπαγόρευση κατάτμησης κληροτεμαχίου από τρίτο σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 431/1968 (εφαρμογή του νόμου που ίσχυε κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ακόμα κι αν μεταγενέστερα ο νόμος αυτός καταργήθηκε) και εκ του λόγου αυτού η μη νόμιμη ένσταση παραγραφής και η ανεπίτρεπτη κτήση εμπράγματου δικαιώματος με χρησικτησία,
  2. η ερμηνεία της μακροχρόνιας αδράνειας  και η απόρριψη της ένστασης του γενικού δόλου εκ του άρθρου 281 ΑΚ – μη αποδυνάμωση δικαιώματος,
  3. η λήψη υπ’ όψιν των νόμιμων αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νομίμως στο δικαστήριο και έγινε επίκλησή τους σύμφωνα με όσα προβλέπονται.

Περισσότερα

Επικοινωνήστε μαζί μας

4 + 3 =